Επιστημονικές Μελέτες

Ερευνητικά Προγράμματα

Το κύριο χαρακτηριστικό της επιστημονικής έρευνας είναι οτι υιοθετεί μια σκεπτιστική διερευνητική στάση απέναντι σε όλους τους ισχυρισμούς και κάνει επαληθεύσιμες διαπιστώσεις. Τα επιτεύγματα της είναι ιδιαιτερα αισθητά στις θετικές επιστήμες και οι επιδράσεις τους φαίνονται στην καθημερινή μας ζωή. Ο κ. Στέλιος Μαντούδης, Αναπτυξιακός Εργοθεραπευτής, απο την αρχή της καριέρας του έδειξε μεγάλο σθένος για τις έρευνες και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια στην ανακάλυψη νέων γνώσεων και στη διερεύνηση προβλημάτων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Λ.Θωμαίδου, Σ.Γιουρούκας,Μ.Τσουκαλά, Π.Τζουβελέκας,Σ.Μαντούδης,Χ.Μπάκουλα

Ιατρείο Αναπτυξιακής Παιδιατρικής. Α Παιδική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών

Κατά την διάρκεια των 2 χρόνων λειτουργίας του Ιατρείου Αναπτυξιακής Παιδιατρικης, παραπέμφθηκαν για έλεγχο και αντιμετώπιση προβλημάτων λόγου και ομιλίας 220 παιδιά. Η ηλικία τους κυμαίνονταν από 2,5 έως 13,5 χρονών, με συχνότερη ηλικία παραπομπής τα 5 χρόνια. ΄Όλα τα παιδιά υποβλήθηκαν σε 1) κλινική Παιδιατρική εξέταση 2) έλεγχο όρασης και ακοής 3) λεπτομερή εκτίμηση των αναπτυξιακών τους δεξιοτήτων 4) νευρολογική εξέταση 5) εργαστηριακό έλεγχο, εφόσον κρίνονταν αναγκαίος 6) εκτίμηση από παθολόγο λόγου και ομιλίας. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων – 109 παιδιά (49%) – τα προβλήματα λόγου ήταν αποτέλεσμα διανοητικής καθυστέρησης  (DG<80)  που οφείλεται σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες και σύνδρομα ( 15,4 %),  σε εγκεφαλική βλάβη (13,6%), σε διάφορες εγκεφαλικές δυσλειτουργίες (7%), σε μικροεγκεφαλία- μακροεγκεφαλία (4,5 %),  σε μεταβολικά αίτια (1,3 %) και σε αδιευκρίνιστα αίτια (7,2%). Αμιγή προβλήματα λόγου δηλαδή προβλήματα που περιορίζονται στην λειτουργία του λόγου και της ομιλίας και όχι σε άλλους τομείς της ανάπτυξης παρουσίασαν 111 παιδιά (5%) και σε αυτισμό σε 5 παιδιά (2,3 %). Παρέμβαση από Λογοθεραπευτή συνεστήθη σε 101 περιπτώσεις (45,9%) ενώ συνδυασμένη αντιμετώπιση από ομάδα θεραπευτών (Λογοθεραπευτή, Εργοθεραπευτιή, Παιδαγωγό) σε 119 περιπτώσεις (54,1%).Τονίζεται η σημασία της λεπτομερούς παιδιατρικής εκτίμησης, προκειμένου να διαγνωσθούν ορθά και να αντιμετωπιστούν κατάλληλα τα προβλήματα λόγου και ομιλίας στα παιδιά.

ΗΤ28 ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΝΕΟΓΝΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΣΤΑ ΤΑΚΤΙΚΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

12ο Συνέδριο Περιγεννητικής Ιατρικής- Θεσσαλονίκη , 4-6 Απριλίου 2003

Χατζησταματίου Ζ., Καπίκη Α., Καλέγιας Ι., Μαντούδης Σ., Παπαθωμά Ε., Κώσταλος Χ.

Τμήμα Νεογέννητών, ΠΓΝ Αθηνών «Αλεξάνδρα»

O πρόωρος τοκετός αναγνωρίζεται σαν ένα μείζων πρόβλημα της Δημόσιας Υγείας τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες λόγο των προβλημάτων που τον συνοδεύουν. Παρόλο ότι τα πολύ χαμηλού βάρους γέννησης νεογνά (ΠΧΒΓΝ) (ΒΓ<= 1500γρ.) αντιπροσωπεύουν μικρότερο του 2% του συνόλου γεννήσεων, ευθύνονται για περισσότερο από το μισό της συνολικής θνησιμότητας και νοσηρότητας.

Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της έκβασης των ΠΧΒΓΝ και η πιθανή συσχέτιση αυτής με περιγεννετικούς παράγοντες.

ΥΛΙΚΟ – ΜΕΘΟΔΟΙ : Τα ΠΧΒΓΝ που γεννήθηκαν στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκαν στην ΜΕΝΝ (2001- 2002) τα οποία επιβίωσαν και είχαν διαχρονική παρακολούθηση.

Οι χρόνοι παρακολούθησης που αξιολογήθηκαν στην παρούσα μελέτη ήταν σε ηλικία 2, 4 και  6μηνών διορθωμένης ηλικίας. Στην ηλικία των 6 μηνών καταγράφηκε ένας αδρός νευρολογικός έλεγχος ως πρώιμος δείκτης της μετέπειτα εξέλιξης και παρέμβασης. Ο αδρός αυτός νευρολογικός έλεγχος περιλάμβανε την υπερτονία κορμού ή και άκρων, τη μη στήριξη της κεφαλής , την μη στήριξη του κορμού σε όρθια θέση. Διενεργήθηκε συσχέτιση της νευρολογικής κατάστασης με περιγεννητικούς παράγοντες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Κατά την διάρκεια της μελέτης γεννήθηκαν συνολικά 8730 νεογνά  από τα οποία τα  198 ήταν ΠΧΒΓΝ (2,45%).Τα 17/198 (8,5%) μεταφέρθηκαν σε άλλες ΜΕΝΝ. Απο τα 181 νεογνά που νοσηλεύτηκαν στην ΜΕΝΝ απεβίωσαν τα 115(64%).Διαχρονική τακτική παρακολούθηση είχαν τα 66 νεογνά (56%).Τα χαρακτηριστικά των νεογνών καταγράφονται στον πίνακα 1 και η νοσηρότητα , η διάρκεια νοσηλείας (LOS) και το ΒΣ την 40η εβδομάδα στον πίνακα 2 .

Πίνακας 1. Πίνακας 2 .

  Διάγνωση Αμνιοπαρακέντηση Συνοδές Ανωμαλίες Εβδομάδα τοκετού Είδος τοκετού Αντιμετώπιση Βαρύτητα ΣΥΔ Έκβαση
1 24ηεβδομάδα Όχι Όχι 35η

 

ΚΤ  Διασωλήνωση και χειρουργική αντιμετώπιση Μέτρια Άριστη
2 Μετά τον τοκετό Όχι Όχι 36η

 

ΦΤ Διασωλήνωση Σοβαρή Απώλεια
3 32ηεβδομάδα Όχι Υδράμινο 38η

 

ΚΤ Διασωλήνωση και χειρουργική αντιμετώπιση Ήπια Άριστη
4 18ηεβδομάδα Καρυότυπος κ.φ Όχι 33η

 

ΚΤ διασωλήνωση Σοβαρή Απώλεια
5 Μετα τον τοκετό όχι όχι 39η

 

ΦΤ διασωλήνωση σοβαρή απώλεια

 

 

Πίνακας 3:

                Χαρακτηριστικά     Νοσηρότητα  
Αγόρια 41%   RDS 56%
ΚΤ 67%   PDA 9&
IVF 16,7%   NEC 17%
Πολύδυνη Κύηση 25,8%   BPD 12%
< 1000g 15,2%   IVH II 12%
< 29 εβδομ. 25,6%   IVH III !2%
IUGR 28,8%   IVH IV 1,5%
Αpgar score 5 <4 31%   Σηψαιμία 41%
Προγ.κορτικκοειδή 33%   ROP 0%
ΜεσογΒΓ(±SD) 1225 ±201   LOS ±(SD ημέρες

Διαίρεση  (25η EΘ,75Θ)

65 (±55 ) ημ

43 (30,82)

Μέση ΔΚ (±SD) 30.6 ±2,9   ΒΣ (40η εβδομ) ±(SD) g 1890 (±262)g

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Τα ΠΧΒΓΝ των τακτικών ΕΙ  διαφαίνεται ότι συνολικά εξελίσσονται φυσιολογικά χωρίς σοβαρά νευρολογικά προβλήματα. Η σημαντική προωρότητα (ΔΚ < 29 εβδομάδες ) ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για σημαντικά νευρολογικά προβλήματα.

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ

Επιχειρήθηκε αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της εργοθεραπείας σε παιδιά με ήπιας και μέτριας βαρύτητας αναπτυξιακή καθυστέρηση, με δείκτη την αναπτυξιακή τους πρόοδο, τόσο συνολικά όσο και κατά τομείς μετά από ένα εντατικό σχήμα εργοθεραπείας. Μελετήθηκαν 20 παιδιά ηλικίας 3 έως 6 ετών με αναπτυξιακή καθυστέρηση που οφείλετο σε νευρολογικά προβλήματα (8 παιδιά)αναπτυξιακή δυσπραξία (6 απιδιά) ¨Όλα τα παιδιά υποβλήθηκαν σε εντατικό πρόγραμμα εργοθεραπείας ,που έγινε από 2 εργοθεραπευτές σε ατομικό επίπεδο με συχνότητα 3 συνεδρίες την εβδομάδα για χρονικό διάστημα 3 μηνών(32 συνεδρίες για το κάθε παιδί).Οι αναπτυξιακές τους ικανότητες συνολικά  ( GDQ) και οι επιμέρους τομείς ( Αδρή κινητικότητα (Α) Λεπτοί χειρισμοί(Β) Κοινωνικότητα (Γ) Γλώσσα (Ε), εκτιμήθηκαν προ και μετά το τέλος της εργοθεραπείας με την δοκιμασία Griffiths.

  A(DQ) B(DQ) Γ(DQ) Δ(DQ) Ε(DQ) G(DQ)
ΠΡΟ 75 ±9 60 ±10 64 ±10 65  ±8

 

64 ±13 66 ±9
ΜΕΤΑ 76  ± 69 ±14 69 ±12 70 ±15 63 ±13 69 ±12
  p= 0.7 p= 0.002* p= 0.014 p=0.006* p=0.25 p= 0.02

*Στατιστικά σημαντική διαφορά

Οι ομάδες των παιδιών με αναπτυξιακή δυσπραξία και μη οργανικής αιτιολογίας καθυστέρηση παρουσίασαν μεγαλύτερη πρόοδο (p<0.001) σε σχέση με τα παιδιά που είχαν νευρολογικά προβλήματα. Οι τομείς της ανάπτυξης που βελτιώνονται σημαντικά  μετά από ένα εντατικό σχήμα εργοθεραπέιας είναι οι λεπτοί χειρισμοί και η Επίδοση, παρατήρηση που παρα τον περιορισμένο αριθμό παιδιών, συνηγορεί στο ότι ή εργοθεραπεία βοηθά αποτελεσματικά τα παιδιά που υστερούν κυρίως σε γνωστικούς τομείς της ανάπτυξης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν υποβοηθητική ή εναλλακτική αγωγή σε παιδιά με νοητική καθυστέρηση. Τα παραπάνω αποτελέσματα αποτελούν το πρώτο μέρος της έρευνας που ανακοινώθηκαν για πρώτη φορά στο Πανελλήνιο Παιδιατρικό Συνέδριο που έγινε τον Ιούνιο του 1994 στην Κέρκυρα. Τα παραπάνω αποτελέσματα αποτελούν το πρώτο μέρος της έρευνας όπου ανακοινώθηκαν γι πρώτη  στο Πανελλήνιο Παιδιατρικό Συνέδριο που έγινε τον Ιούνιο του 1994 στην Κέρκυρα. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, η μεθοδολογία και η θεραπευτική προσέγγιση που ακολουθήθηκε συγκεντρώθηκε και παρουσιάστηκε  σε μια ενιαία έκθεση , πάντα με την στενή συνεργασία της Α Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εργοθεραπείας Τ.Ε.Ι. Αθήνας.

ΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ «ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ»

Α.Κοβάνης, Σ.Μαντούδης, Β.Θεοδώρου, Κ.Σκιαδάς, Ν.Λώλη

Γνωστικές διαταραχές που παρουσιάζουν τα άτομα με επιληψία αποδίδονται στις κρίσεις, στις ηλεκτροεγκεφαλικές ανωμαλίες και στα αντιεπαναληπτικά φάρμακα.

Σκοπός της παρουσίασης της μελέτης είναι η αξιολόγηση των γνωστικών λειτουργιών παιδιών με αφαιρέσεις σαν κύριο σύμπτωμα και ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων κάτω της ηλικίας των 5 χρονών.

Μελετήσαμε 20 παιδιά εκ των οποίων τα 19 ήταν κορίτσια. Η μέση ηλικία έναρξης των κρίσεων ήταν 3.3 ±1,4 χρόνια (εύρος 1.0 έως 5.0 χρόνια).Η σωστή διάγνωση του αφαιρετικού συνδρόμου βασίστηκε στο ιστορικό και στην άμεση παρατήρηση των συμπτωμάτων κατά την κλινική και βιντεοηλεκτροεγκεφαλική εξέταση. Οι γνωστικές λειτουργίες εκτιμήθηκαν σε μέση ηλικία των παιδιών , 11,85  ±5,06 χρονών, με την μέθοδο T.VMSτων ΜorissonFGarder(USA).

Η μέθοδος αξιολογεί 7 διαφορετικές ικανότητες αντίληψης, οι οποίες σχετίζονται με τον μηχανισμό ανάπτυξης της ικανότητας της γραφής και ανάγνωσης.

Όλα τα παιδιά εκτός από τρία, ανταποκρίθηκαν γρήγορα (κλινικά και HEΓ) στην μονοθεραπεία με βαλπροικό νάτριο. Οκτώ παιδιά ( 40%) παρουσίασαν μέτρια νοητική υστέρηση(  IQ  50-70) και απέδωσαν στο T.VMSδύο σταθερές απόκλισης κάτω του φυσιολογικού. Δύο παιδιά (10% )      με ελαφρά νοητική υστέρηση (IQ< 85) απέδωσαν μια σταθερά απόκλιση κάτω του φυσιολογικού. Δέκα παιδιά (50%) είχαν φυσιολογική εξέλιξη (IQ> 100).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Το 50% των παιδιών που μελετήθηκαν παρουσίασαν γνωστικές διαταραχές που αφορούσαν τις ικανότητες αντίληψης. Τα προβλήματα αυτά φαίνεται να είναι ανεξάρτητα των κρίσεων, ΗΕΓ ανωμαλιών, φαρμάκου και αποδίδονται κυρίως σε γενετικούς παράγοντες.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ

Λ.Θωμαιδου, Μ.Μαργαρίτη, Μ.Στέφου, Σ.Δαμιανού, Σ.Μαντούδης, Κ.Αντωνακάκης, Χ.Μπάκουλα

Προκειμένου να διερευνήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής αγωγής σε παιδιά με νοητική καθυστέρηση μελετήσαμε την εξέλιξη 150 παιδιών ηλικίας 9 μηνών έως 10 χρονών που παρακολουθούνται συστηματικά στο Ιατρείο Αναπτυξιακής Ιατρικής για χρονικό διάστημα 2 χρονών. Με βάση το συνολικό αναπτυξιακό πηλίκο (GDQ), η νοητική καθυστέρηση χαρακτηρίστηκε ως βαριά (GDQ< 50) σε 31% των παιδιών, μέτρια ( GDQ= 50-70) σε 41% των παιδιών και ήπια (  GDQ= 70-85) σε 28% και μετά από έλεγχο αποδόθηκε σε εγκεφαλική βλάβη (62%), χρωμοσωμικές ανωμαλίες-σύνδρομο (18%) μεταβολικά νοσήματα (10%) και μη οργανικής αιτιολογίας (10%). Χρησιμοποιώντας σαν δείκτη υψηλής αναπτυξιακής προόδου την αύξηση του GDQκατά 10 μονάδες τον χρόνο, το 65% των παιδιών παρουσίασε μεγάλη πρόοδο και το 35 % μικρή έως καμία πρόοδο. Στατιστικά σημαντικοί παράγοντες που σχετίζονται με την θετική εξέλιξη των παιδιών, ήταν κατά σειρά : α)  συμμόρφωση της οικογένειας στην θεραπεία β) η πρώιμη έναρξη της ειδικής αγωγής (<4 χρόνια) γ) το είδος της ειδικής αγωγής δ) το σχήμα της θεραπείας. Συγκεκριμένα, τα παιδαγωγικά προγράμματα σε συνδυασμό με την εργοθεραπεία σε εντατικό σχήμα και ατομική βάση ήταν περισσότερο αποτελεσματικά. Αντίθετα, η αναπτυξιακή πρόοδος δεν βρέθηκε να συσχετίζεται σημαντικά με το βαθμό της διανοητικής καθυστέρησης, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και το είδος του νοσήματος. Συμπερασματικά, η ειδική αγωγή ανεξάρτητα από το βαθμό της νοητικής μειονεξίας, είναι αποτελεσματική όταν αρχίζει έγκαιρα, γίνεται εντατικά με συνδυασμένα σχήματα και εφαρμόζεται πιστά.